λέρωμα


λέρωμα
[лэрома] ουσ. о. пачканье, маранье,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "λέρωμα" в других словарях:

  • λέρωμα — το, ατος λέκιασμα, βρόμισμα: Το λέρωμα του πατώματος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • λέρωμα — το [λερώνω] η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού λερώνω, λέκιασμα, βρόμισμα, ρύπανση, κηλίδωση …   Dictionary of Greek

  • βρόμισμα — το 1. λέρωμα, ρύπανση 2. σάπισμα, αποσύνθεση …   Dictionary of Greek

  • γάριασμα — το [γαριάζω] το λέρωμα …   Dictionary of Greek

  • γλίτσιασμα — και γλίντζιασμα και γλίτζιασμα, το το λέρωμα, η βρόμα …   Dictionary of Greek

  • καταβορβόρωσις — καταβορβόρωσις, η (Α) [καταβορβορώ] το καταλάσπωμα, το λέρωμα με λάσπη …   Dictionary of Greek

  • κηλίδωμα — το (Α κηλίδωμα) [κηλιδώ] ρύπανση, λέκιασμα, λέρωμα, κηλίδα …   Dictionary of Greek

  • κηλίδωση — η (Μ κηλίδωσις) [κηλιδώ] λέρωμα, ρύπανση νεοελλ. μτφ. ντρόπιασμα, ατίμασμα, σπίλωση («η κηλίδωση τής υπόληψής του») …   Dictionary of Greek

  • λάσπωμα — το [λασπώνω] 1. λέρωμα με λάσπη 2. πολτοποίηση, λαπάδιασμα 3. κατασπίλωση τής υπόληψης κάποιου …   Dictionary of Greek

  • λέκιασμα — το [λεκιάζω] κηλίδωμα, λέρωμα …   Dictionary of Greek